Μετάφραση του "strykning" σε Ελληνικά
Οι σιδέρωμα, ακύρωση, Σιδερώστρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strykning" σε Ελληνικά.
strykning
noun
common
γραμματική
-
σιδέρωμα
noun neuterStrykjärn och andra apparater för strykning, mangling och annan klädvård
Ηλεκτρικά σίδερα και άλλες συσκευές για το σιδέρωμα, το μαγγάνισμα και εν γένει τη φροντίδα των ρούχων
-
ακύρωση
noun feminineFör att garantera detta har en simulering gjorts för att jämföra resultaten före och efter strykning.
Προκειμένου να διασφαλιστεί αυτός ο στόχος, πραγματοποιείται, πριν και μετά την ακύρωση, προσομοίωση για τη σύγκριση των αποτελεσμάτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " strykning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Strykning
-
Σιδερώστρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη