Μετάφραση του "styrka" σε Ελληνικά

Οι δύναμη, αντοχή, σθένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "styrka" σε Ελληνικά.

styrka verb noun common γραμματική

Att göra någonting självklart eller bekräfta det. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δύναμη

    noun feminine

    Stödde offentligt utplaceringen av ryska styrkor i Ukraina.

    Υποστήριξε δημοσίως την ανάπτυξη ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία.

  • αντοχή

    noun feminine

    Skarvarna får inte reducera rörsystemets styrka, vilket kan inträffa vid gängskärning.

    Οι ενώσεις δεν θα μειώνουν την αντοχή των σωλήνων όπως μπορεί να συμβεί με την κοπή σπειρωμάτων.

  • σθένος

    noun neuter

    Framför allt, behöver vi er styrka och er integritet.

    Πάνω από όλα όμως απαιτούμε από εσάς σθένος και ακεραιότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σώμα
    • δυναμώνω
    • πιστοποιώ
    • στρατιωτική δύναμη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " styrka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "styrka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "styrka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη