Μετάφραση του "subvention" σε Ελληνικά
Οι επιδότηση, επιχορήγηση, επίδομα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "subvention" σε Ελληνικά.
subvention
γραμματική
-
επιδότηση
nounEn subvention av en produkt förfaller vanligen till betalning när varan produceras, säljs eller importeras.
Μια επιδότηση ενός προϊόντος συνήθως πρέπει να καταβάλλεται όταν το αγαθό παράγεται, πωλείται ή εισάγεται.
-
επιχορήγηση
Detta anslag är avsett att täcka inköp av restaurangutrustning och subventioner av måltider i personalmatsalen.
Η πίστωση αυτή προορίζεται για την πλήρωση αγοράς εξοπλισμού εστιατορίου και για την επιχορήγηση των γευμάτων στην καντίνα.
-
επίδομα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " subvention " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη