Μετάφραση του "sula" σε Ελληνικά

Οι σόλα, πέλμα, γλώσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sula" σε Ελληνικά.

sula verb noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σόλα

    noun feminine

    Det följer av återgivningen av märket att färgen anbringats på hela sulan, oberoende av dess exakta konturer.

    Από την απεικόνιση του σήματος προκύπτει ότι το χρώμα καλύπτει ολόκληρη τη σόλα, ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου περιγράμματός της.

  • πέλμα

    noun neuter

    Skodon med överdel av remmar, fästade vid sulan genom pluggning

    Υποδήματα με το πάνω μέρος από λουρίδες ή λουριά που είναι στερεωμένα στο πέλμα με θηλυκωτήρια

  • γλώσσα

    noun feminine
  • σολιάζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sula " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sula"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sula" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη