Μετάφραση του "sund" σε Ελληνικά

Οι υγιής, πορθμός, υγιές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sund" σε Ελληνικά.

sund adjective noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υγιής

    adjective masculine

    En genuint sund och tillväxtinriktad ekonomi är den bästa grunden för att kunna hantera en nedgång.

    Μια κατά βάση υγιής οικονομία με αναπτυξιακό προσανατολισμό αποτελεί την καλύτερη βάση για την αντιμετώπιση μιας οικονομικής ύφεσης.

  • πορθμός

    noun masculine

    Ett 1,5 km brett sund skiljer denna bergiga ö från den asiatiska udden Samsun dağı.

    Ένας πορθμός μήκους 1,5 χλμ. περίπου χωρίζει το ορεινό αυτό νησί από το ασιατικό ακρωτήριο Σαμσούν Νταγί.

  • υγιές

    adjective

    Minnet ger ögonblick av odödlighet, men glömskan ger ett sunt sinne.

    Memory χαρίζει στιγμές αθανασία, αλλά η λήθη προωθεί ένα υγιές μυαλό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στενά
    • Πορθμός
    • στενά, τα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sund " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sund" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sund" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη