Μετάφραση του "tag" σε Ελληνικά

Οι διάστημα, παίρνω, χρόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tag" σε Ελληνικά.

tag noun verb neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάστημα

    noun neuter

    Det är tekniskt möjligt att ta anläggningen i drift med kort varsel, och underhåll genomförs regelbundet.

    η έναρξη της λειτουργίας είναι τεχνικά εφικτή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος και γίνεται τακτική συντήρηση.

  • παίρνω

    verb

    Tom tog mat ur kylskåpet.

    Ο Θωμάς πήρε φαγητό από το ψυγείο.

  • χρόνος

    noun masculine

    Det tar mer än en halvtimme att sopa igen spåren.

    Μισή ώρα δεν είναι και ο καταλληλότερος χρόνος για να κουκουλώσει αυτός ο βλάκας κάτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tag " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tag" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tag" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη