Μετάφραση του "tal" σε Ελληνικά

Οι αριθμός, ομιλία, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tal" σε Ελληνικά.

tal noun neuter γραμματική

storhet som kan beskrivas med siffror [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αριθμός

    noun masculine

    matematiskt objekt

    Lageruppbyggnad redovisas som ett positivt tal, medan lagerminskning redovisas som ett negativt tal.

    Η αύξηση αποθεμάτων δηλώνεται ως θετικός αριθμός και η αφαίρεση στοιχείων από τα αποθέματα εμφανίζεται ως αρνητικός αριθμός.

  • ομιλία

    noun feminine

    talat meddelande till en grupp åhörare [..]

    Det är till sist mycket lätt att skriva ett långt tal.

    Τέλος, είναι πολύ εύκολο να γράψει κανείς μία μακροσκελή ομιλία.

  • λόγος

    noun masculine

    Μια μορφή ή έκφραση προφορικής επικοινωνίας στην οποία ένας ομιλητής εκδηλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ενώπιον κοινού, συχνά για έναν δοσμένο σκοπό(Source: RHW)

    Han har säkert förberett ett långt tal, på sin tur genom öknen.

    Πάω στοίχημα ότι ετοίμασε μακρύ λόγο, καθώς διέσχιζε την έρημο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλήθος
    • αγόρευση
    • ποσότητα
    • ομiλία
    • ομηλία
    • Ομιλία
    • τρόπος
    • προφορικός λόγος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tal
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ομιλία

    Det är till sist mycket lätt att skriva ett långt tal.

    Τέλος, είναι πολύ εύκολο να γράψει κανείς μία μακροσκελή ομιλία.

Εικόνες με "tal"

Φράσεις παρόμοιες με "tal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη