Μετάφραση του "tall" σε Ελληνικά
Οι πεύκο, πεύκη, ανανάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tall" σε Ελληνικά.
tall
noun
common
w
γραμματική
barrträd
-
πεύκο
noun neuterDet är naturligt, gjort på tall saft, men ändå ganska giftigt.
Είναι φυσική, παράγεται από το πεύκο, αλλά είναι τοξική.
-
πεύκη
nounTrä från barrträd som tall och gran.
Ξύλο από κωνοφόρα συμπεριλαμβανομένης της πεύκης και της ερυθρελάτης.
-
ανανάς
noun -
peúkē, pévki
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tall " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Tall
-
Δασική Πεύκη
Εικόνες με "tall"
Φράσεις παρόμοιες με "tall" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πεύκο
-
Βαλκανικό πεύκο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη