Μετάφραση του "teater" σε Ελληνικά

Οι θέατρο, αίθουσα, δραματουργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "teater" σε Ελληνικά.

teater noun common γραμματική

scenkonst [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θέατρο

    noun neuter

    Τοποθεσία ή κτίριο, με μια σκηνή και καθίσματα, στο οποίο έρχονται θεατές για να παρακολουθήσουν ένα θέαμα. [..]

    Det har varit hemskt att ta sig till och från teatern varje dag.

    Νικ, έχω κουραστεί να πηγαινοέρχομαι στο θέατρο κάθε μέρα.

  • αίθουσα

    noun

    Efter att gå igenom säkerhetskontrollen, följ anvisningar till vår teater.

    Κατά τη διεξαγωγή του ελέγχου ασφαλείας ακολουθήστε τις οδηγίες προς την αίθουσα.

  • δραματουργία

    noun feminine
  • δραματική τέχνη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " teater " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "teater" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη