Μετάφραση του "teknik" σε Ελληνικά

Οι τεχνική, τεχνολογία, μέθοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "teknik" σε Ελληνικά.

teknik noun common γραμματική

sätt, färdighet [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεχνική

    noun feminine

    Den amerikanska tekniken används framför allt för allotransplantationer.

    Η αμερικανική τεχνική χρησιμοποιείται κυρίως για τα ηχεία.

  • τεχνολογία

    noun feminine

    Bristen på forskare inom vetenskap och teknik innebär en stor utmaning för unionen.

    Η έλλειψη ερευνητών στην επιστήμη και την τεχνολογία αποτελεί μια σοβαρή πρόκληση για την Ένωση.

  • μέθοδος

    noun

    Tillgänglig programvara gör det möjligt att använda virtuella provningsmetoder baserade på datorstödd teknik.

    Το διαθέσιμο λογισμικό καθιστά δυνατή τη χρήση μεθόδων εικονικών δοκιμών βασιζόμενων σε τεχνικές με τη βοήθεια υπολογιστή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μηχανολογία
    • σχεδιασμός
    • κατάρτιση
    • μηχανική
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " teknik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "teknik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "teknik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη