Μετάφραση του "term" σε Ελληνικά

Το όρος είναι η μετάφραση του "term" σε Ελληνικά.

term noun common γραμματική

begrepp [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • όρος

    noun masculine

    begrepp

    Ofta används termen datalager för att ange den plats där gemensamma data lagras.

    Αρκετά συχνά ο όρος αποθήκη δεδομένων χρησιμοποιείται για να υποδείξει το χώρο αποθήκευσης κοινών δεδομένων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " term " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "term" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "term" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη