Μετάφραση του "termometer" σε Ελληνικά
Οι θερμόμετρο, Θερμόμετρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "termometer" σε Ελληνικά.
termometer
noun
common
w
γραμματική
-
θερμόμετρο
noun masculine neuterLuftens temperatur efter avslutad torkning mäts med en inbyggd termometer.
Η θερμοκρασία στην οποία έφθασε ο αέρας στο τέλος της ξηράνσεως διαπιστούται από ένα ενσωματωμένο θερμόμετρο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " termometer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Termometer
-
Θερμόμετρο
Termometern är ett verktyg från medeltiden som användes för att hålla takten.
Termometern eller värmegivaren skall skärmas av från strålningsvärme och placeras direkt i luftströmmen.
Το θερμόμετρο ή θερμοστοιχείο προστατεύεται από την ακτινοβολούμενη θερμότητα και τοποθετείται απευθείας στο ρεύμα του αέρα.
Εικόνες με "termometer"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη