Μετάφραση του "test" σε Ελληνικά

Οι τεστ, εξέταση, δοκιμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "test" σε Ελληνικά.

test noun common γραμματική

Att genomföra en undersökning av (ett ämne, material eller system) genom att tillämpa en kemisk eller fysisk procedur avsedd att indikera förekomsten av ett ämne eller närvaron av en egenskap.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεστ

    noun

    Du kan testa mig, men jag gör det inte med full blåsa.

    Θα μου κάνεις το τεστ, Βοζ, μα δε θα το κάνω με γεμάτη κύστη.

  • εξέταση

    noun feminine

    Klara det sista testet ikväll, med ära och lojalitet.

    Πέρασε την τελική εξέταση σήμερα, με τιμή και με ταπείνωση.

  • δοκιμή

    noun feminine

    Medlemsstaterna rapporterade att vaccin fortfarande rutinmässigt testas på dessa arter.

    Κράτη μέλη δήλωσαν ότι η δοκιμή εμβολίων στα εν λόγω είδη αποτελεί ακόμη κοινή πρακτική.

  • δοκιμασία

    noun feminine

    Om möjligt är det lämpligt att samma observatör utvärderar djuren för ett givet test.

    Εφόσον είναι δυνατόν, συνιστάται να αξιολογεί ο ίδιος παρατηρητής όλα τα ζώα σε δεδομένη δοκιμασία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " test " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "test"

Φράσεις παρόμοιες με "test" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δοκιμαστικός
  • δοκιμάζω · πειραματίζομαι · προσπαθώ
  • ψυχομετρικό τεστ
  • αυτοδιαγνωστικό πρόγραμμα εκκίνησης
  • βιολογική δοκιμασία
  • δοκιμασία κατά Ames
  • δοκιμάζω · πειραματίζομαι · προσπαθώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "test" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη