Μετάφραση του "timmer" σε Ελληνικά

Οι ξυλεία, ξύλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "timmer" σε Ελληνικά.

timmer Noun neuter γραμματική

Trä i synnerhet betraktat som byggnadsmaterial.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυλεία

    noun feminine

    Trä i synnerhet betraktat som byggnadsmaterial.

    Organisationens högsta myndighet skall vara det internationella rådet för tropiskt timmer, som skall bestå av organisationens samtliga medlemmar.

    Ανώτατη αρχή του οργανισμού είναι το διεθνές συμβούλιο τροπικής ξυλείας, συγκροτούμενο από όλα τα μέλη του οργανισμού.

  • ξύλο

    noun neuter

    Den omfattande avverkningen av tropiskt timmer drivs av ett omättligt begär efter produkter som kan pryda våra hem.

    " εκτεταμένη αφαίρεση τροπικού ξύλου ωθείται από την ακόρεστη όρεξη για προϊόντα που ομορφαίνουν τα σπίτια μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " timmer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "timmer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "timmer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη