Μετάφραση του "titel" σε Ελληνικά
Το τίτλος είναι η μετάφραση του "titel" σε Ελληνικά.
titel
noun
common
w
γραμματική
-
τίτλος
noun masculineen persons yrke, sociala position eller status
Jag tycker det är tråkigt att någon vitsmakare har tillåtit sig att ändra titeln på denna resolution.
Λυπάμαι όμως που κάποιος χωρατατζής πήρε το θάρρος να αλλάξει τον τίτλο αυτού του ψηφίσματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " titel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "titel"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη