Μετάφραση του "tjock" σε Ελληνικά

Οι χοντρός, παχύς, βαρύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tjock" σε Ελληνικά.

tjock adjective γραμματική

Relativt långt avstånd från en yta till den motsatta i dess minsta dimension.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χοντρός

    adjective masculine

    Jag är ju bara en stor tjock mes.

    Έτσι και αλλιώς είμαι απλά ένας χοντρός σπιτόγατος.

  • παχύς

    adjective masculine

    Lökbladen är tjocka och vita, och ganska fasta och saftiga i konsistensen.

    Ο φλοιός του είναι παχύς και η σάρκα του λευκή, μετρίως σκληρή και χυμώδης.

  • βαρύς

    adjective masculine

    Användning av tjock eldningsolja vid aluminiumframställning hör till den kategorin.

    Η χρήση βαρέος πετρελαίου για την παραγωγή αλουμίνας εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λιπαρός
    • παχής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tjock " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tjock" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • η καταχνία · η ομίχλη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tjock" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη