Μετάφραση του "tok" σε Ελληνικά
Οι αποκλίνων, τρελός, ανόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tok" σε Ελληνικά.
tok
noun
common
γραμματική
-
αποκλίνων
adjective -
τρελός
adjective masculineBara tokar tror att man får en Renoir för småpengar.
Επίσης μόνο ένας τρελός θα έδινε δίφραγκα για έναν Ρενουάρ.
-
ανόητος
noun masculineBill Hastings var en gammal tok som förtjänade det som hände honom.
Ήταν ένας ανόητος που του άξιζε αυτό που έπαθε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tok " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tok" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρωτεύον διακριτικό
-
τοκ πίσιν
-
διακριτικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη