Μετάφραση του "tryne" σε Ελληνικά

Οι ρύγχος, μούτρο, μυτόγκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tryne" σε Ελληνικά.

tryne noun Noun w γραμματική

nos på gris

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρύγχος

    noun neuter

    Grisen är ett djur som av naturen utrustats med ett tryne för att kunna böka i jorden.

    Η φύση έχει προικίσει τον χοίρο με ρύγχος που του επιτρέπει να αναζητεί τροφή σκαλίζοντας το έδαφος.

  • μούτρο

    Noun neuter
  • μυτόγκα

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tryne " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tryne"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tryne" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη