Μετάφραση του "tvivel" σε Ελληνικά

Οι αμφιβολία, αμφιβάλλω, απορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tvivel" σε Ελληνικά.

tvivel noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφιβολία

    noun feminine

    Sådan undersökning behöver endast göras om det råder tvivel om huruvida priset kan godtas.

    Η εξέταση αυτή απαιτείται μόνο όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς το αν πρέπει να γίνει αποδεκτή η τιμή.

  • αμφιβάλλω

    verb

    Nej, jag har inga tvivel om vem som är din pappa.

    Όχι, δεν αμφιβάλλω για το ποιος είναι ο μπαμπάς σου.

  • απορία

    noun feminine

    Ändå, utan tvivel, ofelbart - alltid och oföränderligt, är hon särdeles ljuvlig.

    Κι όμως, χωρίς απορία, χωρίς αποτυχία, πάντα κι αναπόφευκτα, είναι απίστευτα αξιαγάπητη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tvivel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tvivel
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αμφιβολία - Αμφισβήτηση

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tvivel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη