Μετάφραση του "undergiven" σε Ελληνικά

Το πειθήνιος είναι η μετάφραση του "undergiven" σε Ελληνικά.

undergiven Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πειθήνιος

    adjective masculine

    Han är undergiven i äktenskapet.

    Είναι ο πειθήνιος στον γάμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " undergiven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "undergiven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη