Μετάφραση του "underskott" σε Ελληνικά

Οι έλλειμμα, έλλειμα, ανεπάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "underskott" σε Ελληνικά.

underskott Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλλειμμα

    noun neuter

    Enligt artikel 104 i fördraget skall medlemsstaterna undvika alltför stora underskott i den offentliga sektorns finanser.

    Σύμφωνα με το άρθρο 104 της Συνθήκης, τα κράτη μέλη αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα.

  • έλλειμα

    Det är ju så att om man sänker skatterna, så minskar statens intäkter och underskottet ökar.

    Αν μειωθούν οι φόροι, μειώνονται τότε τα έσοδα του κράτους και αυξάνει το έλλειμα.

  • ανεπάρκεια

    noun feminine

    De anses som magra jordar, de sluttar lätt och det råder ett visst underskott på organiskt material.

    Θεωρούνται ως φτωχά εδάφη με χαμηλή κάθετη ανάπτυξη και με μέτρια ανεπάρκεια οργανικής ύλης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " underskott " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "underskott" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "underskott" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη