Μετάφραση του "undervisning" σε Ελληνικά
Οι διδασκαλία, εκπαίδευση, κατάρτιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "undervisning" σε Ελληνικά.
-
διδασκαλία
noun feminineGenom sina tjänstemän kommer också kommissionen att delta i undervisningen av vissa ämnen.
Η Επιτροπή θα συμμετέχει και η ίδια μέσω των υπαλλήλων της στη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων .
-
εκπαίδευση
noun feminineDetta påminner oss om att undervisning av våra barn är den bästa investeringen av alla.
Μας υπενθυμίζει σοφά ότι η εκπαίδευση των παιδιών είναι η καλύτερη από όλες τις επενδύσεις.
-
κατάρτιση
feminineI detta cirkulär definieras klasserna utifrån vilken typ av lärare som tillhandahåller undervisningen.
Η εγκύκλιος αυτή ορίζει τις τάξεις ανάλογα με τον τύπο των εκπαιδευτών που παρέχουν την κατάρτιση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διαπαιδαγώγηση
- παιδεία
- οδηγία
- αγωγή
- μόρφωση
- εντολή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " undervisning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "undervisning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διεπιστημονική εκπαίδευση
-
αυτοματοποιημένη διδασκαλία
-
γενική εκπαίδευση
-
μη εκκλησιαστική εκπαίδευση
-
εκπαίδευση θετικής κατεύθυνσης
-
εκκλησιαστική εκπαίδευση
-
οργάνωση της διδασκαλίας