Μετάφραση του "vilt" σε Ελληνικά

Οι κυνήγι, θηράματα, θηράματα (κυνήγι) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vilt" σε Ελληνικά.

vilt noun adjective adverb neuter γραμματική

Vilda djur, inklusive fåglar och fiskar, som jagas för sport, mat eller vinst. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυνήγι

    noun neuter
  • θηράματα

    Vid transport till vilthanteringsanläggningen får viltet inte staplas.

    Κατά τη μεταφορά στην εγκατάσταση χειρισμού θηραμάτων, πρέπει να αποφεύγεται το στοίβαγμα.

  • θηράματα (κυνήγι)

    Vilda djur, inklusive fåglar och fiskar, som jagas för sport, mat eller vinst.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vilt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vilt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άγριο ζώο
  • άγριο φυτό
  • άγρια · άγριος · αιμοβόρος · ασυγκράτητος · πρωτόγονος
  • άγρια πανίδα
  • άγριος · ακαλλιέργητος · κτήνος
  • είδη άγριας χλωρίδας και πανίδας
  • άγριο θηλαστικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vilt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη