Μετάφραση του "vinkel" σε Ελληνικά

Οι γωνία, διάσκελο, διχάλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vinkel" σε Ελληνικά.

vinkel noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γωνία

    noun feminine

    Hans tumme och pekfinger möts vid en lustig vinkel.

    Ο αντίχειρας και ο δείκτης έχουν περίεργη γωνία.

  • διάσκελο

  • διχάλα

    noun feminine
  • καβάλοσ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vinkel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vinkel"

Φράσεις παρόμοιες με "vinkel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vinkel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη