Μετάφραση του "virke" σε Ελληνικά
Οι ξυλεία, ξύλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "virke" σε Ελληνικά.
virke
noun
neuter
γραμματική
Trä i synnerhet betraktat som byggnadsmaterial.
-
ξυλεία
noun feminineTrä i synnerhet betraktat som byggnadsmaterial.
Volym och belägenhet för virke tillgängligt för avverkning enligt årlig avverkningsareal per koncession.
Όγκος και θέση της διαθέσιμης ξυλείας για υλοτόμηση βάσει της ετήσιας υλοτόμησης ανά παραχώρηση εκμετάλλευσης.
-
ξύλο
noun neuterI absoluta tal är Tyskland den största användaren av kreosotbehandlat virke.
Σε απόλυτους αριθμούς, η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος χρήσης κρεοσωτομένου ξύλου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " virke " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη