Μετάφραση του "vulkanisering" σε Ελληνικά
Οι βουλκανισμός, Βουλκανισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vulkanisering" σε Ελληνικά.
-
βουλκανισμός
noun masculineexponering genom inandning i samband med vulkanisering av gummikemikalier samt termisk nedbrytning av plast i järn-, stål- och aluminiumgjuterier,
της έκθεσης μέσω της εισπνοής, την οποία συνεπάγονται ο βουλκανισμός του καουτσούκ και η θερμική αποικοδόμηση πλαστικών υλών στα χυτήρια σιδήρου, χάλυβα και αλουμινίου,
-
Βουλκανισμός
exponering genom inandning i samband med vulkanisering av gummikemikalier samt termisk nedbrytning av plast i järn-, stål- och aluminiumgjuterier,
της έκθεσης μέσω της εισπνοής, την οποία συνεπάγονται ο βουλκανισμός του καουτσούκ και η θερμική αποικοδόμηση πλαστικών υλών στα χυτήρια σιδήρου, χάλυβα και αλουμινίου,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vulkanisering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate