Μετάφραση του "whisky" σε Ελληνικά

Οι ουίσκι, ουίσκυ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whisky" σε Ελληνικά.

whisky noun common w γραμματική

typ av spritdryck gjord på spannmål

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουίσκι

    noun neuter

    Jag drack två whisky och en halv flaska starkt grekiskt vin.

    Είχα πιει δύο ουίσκι και μισό μπουκάλι δυνατό Ελληνικό κρασί.

  • ουίσκυ

    Patienter brukar inte ta en whisky under terapin.

    Ο ασθενής δεν πίνει ένα κουβά ουίσκυ την ώρα της συνεδρίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " whisky " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "whisky"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "whisky" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη