Μετάφραση του "yrke" σε Ελληνικά

Οι επάγγελμα, απασχόληση, καριέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "yrke" σε Ελληνικά.

yrke noun neuter γραμματική

Produktiv aktivitet, service, handel eller hantverk för vilket man betalas på en reguljär basis.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    De mexikanska myndigheterna godkänner inte vampyrdödare som ett yrke.

    Το μεξικάνικο κράτος δεν αναγνωρίζει ως επάγγελμα τον φονιά βρικολάκων.

  • απασχόληση

    noun feminine

    Sammansättningen av arbetsinkomst efter yrke i varje bransch och region för båda könen

    σύνθεση του εισοδήματος εργασίας κατά απασχόληση σε κάθε κλάδο και περιφέρεια, και για τα δύο φύλα

  • καριέρα

    noun feminine

    Jag vet att du tror att jag ogillar ditt nya yrke.

    Το ξέρω πως νομίζεις ότι δεν μου αρέσει η νέα σου καριέρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τέχνη
    • Κατάληψη
    • μαστοριά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " yrke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "yrke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "yrke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη