Μετάφραση του "boti" σε Ελληνικά

Οι λέμβος, βάρκα, καΐκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boti" σε Ελληνικά.

boti
+ Προσθήκη

Σουαχίλι-Ελληνικά λεξικό

  • λέμβος

    noun feminine
  • βάρκα

    noun feminine

    Hata wakati ambapo umerudi kwenye boti, kuna maswali ya kufadhaisha.

    Ακόμη και όταν επιστρέφετε στη βάρκα, τα ανησυχητικά ερωτήματα παραμένουν.

  • καΐκι

    noun neuter

    Kusanyiko lililofanywa wakati wa marufuku, baadhi ya wasikilizaji wakiwa kwenye boti

    Συνέλευση σε καιρό απαγόρευσης, την οποία μερικοί παρακολουθούν μέσα από ένα καΐκι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Boti
+ Προσθήκη

Σουαχίλι-Ελληνικά λεξικό

  • λέμβος

    noun
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη