Μετάφραση του "deki" σε Ελληνικά

Οι σφουγγαρίστρα, σφουγγαρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deki" σε Ελληνικά.

deki Verb noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουαχίλι-Ελληνικά λεξικό

  • σφουγγαρίστρα

    noun feminine
  • σφουγγαρίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη