Μετάφραση του "penicillin" σε Ελληνικά

Οι πενικιλίνη, Πενικιλίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penicillin" σε Ελληνικά.

penicillin
+ Προσθήκη

Σουαχίλι-Ελληνικά λεξικό

  • πενικιλίνη

    noun feminine

    Kwa kielelezo, penicillin, ilikuwa yenye matokeo sana wakati mmoja katika kutibu maambukizo.

    Η πενικιλίνη, για παράδειγμα, ήταν κάποτε πολύ αποτελεσματική για την καταπολέμηση των λοιμώξεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " penicillin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Penicillin
+ Προσθήκη

Σουαχίλι-Ελληνικά λεξικό

  • Πενικιλίνη

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "penicillin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη