Μετάφραση του "tom" σε Ελληνικά

Οι ένταση, τόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tom" σε Ελληνικά.

tom
+ Προσθήκη

Τουρκμενικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένταση

    noun feminine
  • τόμος

    noun masculine

    Bu babatda «Ýaşlaryň sowallary — peýdaly maslahatlar» atly kitabyň 34-nji baby kömek edip biler (II tom).

    Για περαιτέρω βοήθεια, δείτε το βιβλίο Οι Νεαροί Ρωτούν —Αποτελεσματικές Απαντήσεις, Τόμος 2, κεφάλαιο 34.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη