Μετάφραση του "G" σε Ελληνικά

Οι κος, κ. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "G" σε Ελληνικά.

G
+ Προσθήκη

Ταγκαλόγκ-Ελληνικά λεξικό

  • κος

    noun
  • κ.

    noun masculine

    Subalit nang ang gusgusing batang ito ay dumating sa tahanan ni G.

    Αλλά όταν αυτό το χωριατόπαιδο με τα φθαρμένα ρούχα εμφανίστηκε στο σπίτι του κ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " G " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "G" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη