Μετάφραση του "Jerusalem" σε Ελληνικά

Οι Ιερουσαλήμ, Ιεροσόλυμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Jerusalem" σε Ελληνικά.

Jerusalem
+ Προσθήκη

Ταγκαλόγκ-Ελληνικά λεξικό

  • Ιερουσαλήμ

    noun feminine

    Pailing-iling sa iyo ang anak na babae ng Jerusalem.

    Η κόρη της Ιερουσαλήμ κουνάει το κεφάλι της κοροϊδευτικά.

  • Ιεροσόλυμα

    proper neuter

    Samakatuwid, ang pagsasabi na ang Kristiyanong mga Saksi ay nagtataguyod ng isang makalupang kahariang Judio na ang sentro ay nasa Jerusalem ay isa pang kabalighuan.

    Έτσι, το να πει κάποιος ότι οι Χριστιανοί Μάρτυρες προωθούν μια επίγεια Ιουδαϊκή βασιλεία που θα έχει σαν έδρα τα Ιεροσόλυμα, είναι άλλος ένας παραλογισμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Jerusalem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Jerusalem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη