Μετάφραση του "biskwit" σε Ελληνικά
Οι μπισκοτο, μπισκότο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "biskwit" σε Ελληνικά.
biskwit
-
μπισκοτο
-
μπισκότο
noun masculineTahimik siyang lalabas ng silid at bibigyan ako ng biskwit at halik.
Γλιστρούσε έξω με ένα μπισκότο και ένα φιλί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " biskwit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη