Μετάφραση του "edit" σε Ελληνικά
Οι επεξεργάζομαι, επεξεργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "edit" σε Ελληνικά.
edit
-
επεξεργάζομαι
verb -
επεξεργασία
nounPagkatapos ng produksiyon, ine-edit ang indibiduwal na mga kuha ng eksena upang mabuo ang isang pelikula ayon sa pagkakasunud-sunod nito.
Κατά την τεχνική επεξεργασία γίνεται το μοντάζ του υλικού των γυρισμάτων ώστε να σχηματιστεί μια ενιαία ταινία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " edit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη