Μετάφραση του "galit" σε Ελληνικά
Οι οργή, θυμωμένος, θυμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "galit" σε Ελληνικά.
galit
-
οργή
noun feminineKapag ang isa ay nagkasala sa atin, normal lamang na makadama ng galit.
Όταν κάποιος μας αδικήσει, είναι εντελώς φυσιολογικό να αισθανόμαστε οργή σε κάποιο βαθμό.
-
θυμωμένος
adjective masculineΕρεθισμένος, νευριασμένος, που εκδηλώνει θυμό.
Galit ang aking tiyo.
Ο θείος μου είναι θυμωμένος.
-
θυμός
noun masculineAng iba pang reaksiyon ay maaaring takot o galit.
Μια άλλη αντίδραση μπορεί να είναι φόβος ή θυμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " galit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη