Μετάφραση του "halikan" σε Ελληνικά

Οι ασπασμός, φιλί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "halikan" σε Ελληνικά.

halikan
+ Προσθήκη

Ταγκαλόγκ-Ελληνικά λεξικό

  • ασπασμός

    noun masculine
  • φιλί

    noun neuter

    Inilalarawan sa Bibliya ang isang kabataang lalaki na hinayaan ang isang imoral na babae na sunggaban at halikan siya.

    Η Γραφή περιγράφει κάποιον νεαρό ο οποίος επέτρεψε σε μια ανήθικη γυναίκα να τον αρπάξει και να του δώσει ένα φιλί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " halikan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "halikan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη