Μετάφραση του "puke" σε Ελληνικά

Οι μουνί, κόλπος, μουνάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puke" σε Ελληνικά.

puke noun
+ Προσθήκη

Ταγκαλόγκ-Ελληνικά λεξικό

  • μουνί

    noun neuter
  • κόλπος

    noun masculine

    γυναικολογία: τμήμα των γεννητικών οργάνων

  • μουνάκι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "puke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη