Μετάφραση του "putik" σε Ελληνικά

Οι βόρβορος, γύψος, λάσπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "putik" σε Ελληνικά.

putik noun
+ Προσθήκη

Ταγκαλόγκ-Ελληνικά λεξικό

  • βόρβορος

    noun masculine
  • γύψος

    noun masculine
  • λάσπη

    noun feminine

    Gayunman, ang putik ay nagsisilbi rin sa mga bagay bukod pa sa nakatutuwang pagpapalayaw.

    Η λάσπη, ωστόσο, δεν είναι μόνο πηγή ευτυχίας και απόλαυσης.

  • πηλός

    noun masculine

    Ang dahilan ng kanilang tagumpay ay dahil nakasentro ang putik sa gulong.

    Ο λόγος της επιτυχίας τους ήταν επειδή ο πηλός ήταν τελείως επικεντρωμένος στον τροχό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " putik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "putik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη