Μετάφραση του "Fin" σε Ελληνικά
Οι Φινλανδός, Φινλανδέζα, Φινλανδή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fin" σε Ελληνικά.
Fin
proper
-
Φινλανδός
noun masculineKuruldaki Timo Lindman da Fin imiş.
Ο Timo Lindman στο συμβούλιο είναι Φινλανδός
-
Φινλανδέζα
noun feminine -
Φινλανδή
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φινλανδικός
- φινλανδική
- φινλανδικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Fin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σάουνα
-
φινλανδικά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη