Μετάφραση του "benzersiz" σε Ελληνικά
Το μοναδικός είναι η μετάφραση του "benzersiz" σε Ελληνικά.
benzersiz
-
μοναδικός
adjective masculineMahkemenin bilgilenmesi için vurguladığım ve yeniden boyutlandırdığım bu benzersiz kan izi davalının saldırısı sırasında oluşmuştur.
Αυτό το μοναδικό αποτύπωμα αίματος που παρουσιάζω μεγεθυμένο στο δικαστήριό σας έγινε από τον κατηγορούμενο κατά την επίθεση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " benzersiz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "benzersiz" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μοναδικό αναγνωριστικό
-
μοναδικός κωδικός αναφοράς
-
Μοναδικό αναγνωριστικό προγράμματος
-
μοναδικό αναγνωριστικό
-
καθολικά μοναδικό αναγνωριστικό
-
ιδιαίτερο δικαίωμα
-
μοναδικό ευρετήριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη