Μετάφραση του "beslemek" σε Ελληνικά

Οι τρέφω, τροφή, μεγαλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beslemek" σε Ελληνικά.

beslemek verb γραμματική
+ Προσθήκη

Τουρκικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρέφω

    verb

    Yüce düşüncelerinizi beslemek için size elimden geleni temin edeceğim.

    Θα σου παρέχω όσα μπορώ για να θρέψω τα μεγαλεπήβολα ιδανικά.

  • τροφή

    noun feminine

    Teçhizat, onu sadece sütle beslemek için bir metot ve normal bir şekilde gıdasını alana kadar da devam edecek.

    Το μηχάνημα τον βοηθά να λαμβάνει τροφή έως ότου να είναι σε θέση να φάει μόνος του.

  • μεγαλώνω

    verb

    Ne! Hasta çocuklarını beslemek için.

    Με έχεις στο σπίτι να μεγαλώνω τα αρρωστιάρικα παιδιά σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανατρέφω
    • διατρέφω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beslemek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beslemek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beslemek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη