Μετάφραση του "emekli" σε Ελληνικά

Οι συνταξιούχος, απόστρατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "emekli" σε Ελληνικά.

emekli
+ Προσθήκη

Τουρκικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνταξιούχος

    noun masculine

    George Welsh, emekli bir tüccar, şov dünyasıyla ilgileniyor.

    George Welsh, ένας συνταξιούχος έμπορος που ενδιαφέρεται για το χώρο του θεάματος.

  • απόστρατος

    Adjective Noun

    Ayrıca emekli bir polis ya da asker olmak da gerekiyormuş.

    Και πρέπει να είσαι απόστρατος αστυνομικός ή στρατιωτικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " emekli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "emekli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη