Μετάφραση του "eril" σε Ελληνικά

Οι αρσενικός, αρσενικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eril" σε Ελληνικά.

eril adjective γραμματική

Bazı dillerde kullanılan, erkeklere has gramatik cins. [..]

+ Προσθήκη

Τουρκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρσενικός

    adjective masculine

    Erkek gramer cinsine ait olan.

  • αρσενικό

    noun

    Tepedeki ince uzun püskül, bitkinin eril kısmıdır.

    Η μακρόστενη προέκταση του άκρου του βλαστού είναι το αρσενικό όργανο, ο θύσανος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eril " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eril" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eril" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη