Μετάφραση του "kil" σε Ελληνικά

Οι άργιλος, πηλός, Άργιλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kil" σε Ελληνικά.

kil noun γραμματική
+ Προσθήκη

Τουρκικά-Ελληνικά λεξικό

  • άργιλος

    noun masculine

    Bu kil çevreden alınmıştır, doğaldır.

    Αυτός ο άργιλος είναι φυσικό προϊόν του περιβάλλοντος.

  • πηλός

    noun masculine

    Mimi hala diyor ki kil yemek sindirime iyi geliyormuş.

    H θεία Μίμι λέει ότι ο πηλός κάνει καλό στη χώνεψη.

  • Άργιλος

    Ιζηματογενές πέτρωμα

    Bu kil çevreden alınmıştır, doğaldır.

    Αυτός ο άργιλος είναι φυσικό προϊόν του περιβάλλοντος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη