Μετάφραση του "memur" σε Ελληνικά

Οι δημόσιος υπάλληλος, αξιωματικός, δημόσια υπηρεσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "memur" σε Ελληνικά.

memur Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Τουρκικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημόσιος υπάλληλος

    noun masculine

    Dünyayı sona erdiren, hırslı, dar görüşlü, kibar memur.

    Μία μικρή δημόσια υπάλληλος που καταστρέφει τον κόσμο.

  • αξιωματικός

    noun masculine

    Olay yerine ilk gelen kişi kurbanın şubesinden bir memur.

    Ο πρώτος που ανταποκρίθηκε ήταν ένας αξιωματικός από το τμήμα της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " memur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Memur
+ Προσθήκη

Τουρκικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημόσια υπηρεσία

    Sen, 9-17 saatleri arasında çalışan bir memur değilsin.

    Δεν είσαι σε καμμιά δημόσια υπηρεσία.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "memur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη