Μετάφραση του "rastgele" σε Ελληνικά
Οι περιστασιακός, τυχαία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rastgele" σε Ελληνικά.
rastgele
-
περιστασιακός
adjective -
τυχαία
adverbKan dolaşımında rastgele döngüye neden olan toksinler var.
Υπάρχουν τοξικά στο αίμα σου που σε κάνουν να κινείσαι τυχαία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rastgele " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rastgele" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δοκιμή ασαφών δεδομένων
-
Γεννήτρια Τυχαίων Αριθμών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη