Μετάφραση του "serbest" σε Ελληνικά
Οι ελεύθερος, ανεμπόδιστος, απαλλαγμένος από είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "serbest" σε Ελληνικά.
serbest
adjective
-
ελεύθερος
adjective masculineCevherleri teslim et ve Jack'in serbest kalmasını sağlayayım.
Δώσε τα πετράδια και θα φροντίσω ο Τζακ να αφεθεί ελεύθερος.
-
ανεμπόδιστος
adjective masculine -
απαλλαγμένος από
-
ελεύθερος λεύτερος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " serbest " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "serbest" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ελεύθερο λάκτισμα
-
οικονομία της αγοράς
-
Ελεύθερος στίχος
-
κίνημα ελεύθερου πολιτισμού
-
εκδίδω
-
χώρος συγκέντρωσης ελεύθερων μέσων αποθήκευσης
-
Ελεύθερο σκι
-
ελεύθερη πτώση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη