Μετάφραση του "telsiz" σε Ελληνικά

Το ασύρματος είναι η μετάφραση του "telsiz" σε Ελληνικά.

telsiz
+ Προσθήκη

Τουρκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασύρματος

    noun masculine

    Kırılmış telsiz, ölü güvenlik subayı, yaralı kaptan ve o.

    Σπασμένος ασύρματος, νεκρός φύλακας, τραυματισμένος καπετάνιος κι αυτός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " telsiz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "telsiz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη